Δευτέρα, 4 Μαΐου 2015

Γράμμα σε ένα θύτη


Είμαι οργισμένη. Και ρίχνω ευθύνες. Όσο και αν δεν ήξερα και δε ξέρω τι έτρεχε στη ζωή σου και τι είχες μέσα στο μυαλό σου, ρίχνω ευθύνες.
Σε εσένα που έπιασες το τιμόνι και είχες μυαλό θολωμένο. Από κάποιον καυγά, από απελπισία, από τα χρέη σου. Δε με νοιάζει από τι. Έπρεπε να προσέχεις. Όφειλες να προσέχεις.
Εμείς προσέχαμε.
Οδηγούσε προσεχτικά και μέσα στο όριο ταχύτητας ο πατέρας. Δεν ήταν επιπόλαιος οδηγός. Αλλά μερικές φορές δε πιάνουν τόπο τα λόγια: «Να προσέχεις». Αν δε προσέχει ο άλλος, είναι περιττά αυτά τα λόγια.
Γιατί μια μέρα απλά πετάχτηκες από το στενό και… μετωπική.
Ο πλάτανος ήταν πολύ γερός για να τον νικήσουν τα σίδερα του αμαξιού σε αυτόν τον άνισο αγώνα. Και το αυτοκίνητο έγινε φυσαρμόνικα. Πολλά μέτρα πιο μακριά από εκεί που το κοπάνησες.
Μαζί με το αυτοκίνητο όμως κοπάνησες κι εμάς. Το δέντρο, τα πλευρά του πατέρα μου, το πόδι και το κεφάλι μου, τη σπονδυλική της μάνας μου. Και κάπως έτσι κοπάνησες και τις ζωές μας. Σαν καρύδια σε γουδί. Μας έλιωσες. Μας σύνθλιψες.
Και έγινε η ζωή μας τρίμματα. Μια ψευδαίσθηση και μια μόνιμη υποχρέωση. Υποχρέωση απέναντι στην άρρωστη μάνα. Υποχρέωση απέναντι σε ένα σπίτι που σπάνια βλέπει το γέλιο. Που ο εγκλεισμός της έχει φέρει σε όλους μας εκνευρισμό.
Δε θυμάμαι τίποτα πριν το ατύχημα. Κι έτσι δεν έχω την εικόνα της μάνας μου να έρχεται το πρωί στο κρεβάτι μου να με ξυπνήσει για να πάω στο σχολείο. Ή την εικόνα της καθώς περπατάει περιχαρής και φέρνει το φαγητό στο τραπέζι για να σερβίρει να φάμε.
Δεν ένιωσα ποτέ τη χαρά του να κάνω έναν περίπατο μαζί της πλάι πλάι. Αντιθέτως, περπατάω πάντα πίσω της. Για να σπρώχνω τη καρέκλα με τις ρόδες. Δε μπορώ την άλλη λέξη. Δεν την είδα να κάνει ποδήλατο στον ήλιο, ούτε να φροντίζει τον κήπο.
Κι έτσι δεν ήρθαμε κοντά. Κλείστηκε. Κι έτσι απομακρυνθήκαμε. Απομονώθηκε ο καθένας στον κόσμο του. Στο σπίτι σπάνια γελάμε, σπάνια λέμε σ’αγαπώ. Και αν το κάνουμε ίσως νιώσουμε τύψεις ή μετανιώσουμε.
Και ζει ο καθένας τη ζωή του. Μακριά από τους άλλους, αλλά και τόσο μαζί τους. Τόσο πάνω τους. Γιατί όλο κάτι πρέπει να γίνεται. Γιατί η ρουτίνα μας είναι πια νοσοκομειακή. Ισοβίως. Και το σπίτι μας νοσεί. Το ίδιο και η ψυχή μας. Το ίδιο και η σχέση μας.
Γι’ αυτό σε μισώ. Και γιατί πήρες τη στοργή της μάνας μακριά. Και γιατί με έδεσες μαζί της σε ένα δεσμό που δε γουστάρω. Ήθελα να είμαι φίλη της εκτός από κόρη της. Όχι νοσοκόμα της. Και σε αυτό μου φταις όσο κανείς στον κόσμο.
Γιατί με κάνει και δεν αντέχω. Και έχω νεύρα, πολλά νεύρα. Και είμαι μικρή για να έχω νεύρα. Και αν σε είχα τώρα μπροστά μου θα σε έφτυνα. Και μετά θα σε κοίταζα με ένα μεγάλο ερωτηματικό στο βλέμμα.
Άραγε πως συνέχισες τη ζωή σου; Άραγε ζεις καλά; Άραγε είχες ποτέ τύψεις; Αναρωτήθηκες τι κάνει η γυναίκα που της στέρησες τα πόδια της; Αναρωτήθηκες πως αντέχει αυτή η οικογένεια και πως τα βγάζει πέρα;







2 σχόλια:

  1. ..............

    :( :(

    δεν εχω λογια, ειλικρινα!

    ΑπάντησηΔιαγραφή
    Απαντήσεις
    1. Ούτε εγώ είχα τόσα χρόνια. Αλλά μια ημέρα, τα λόγια γίνονται χείμμαρος και βγαίνουν ανεξέλεγκτα. :(

      Διαγραφή