Πέμπτη, 24 Μαρτίου 2016

Κανείς δε θα με σβήσει από μέσα σου



Εσύ, που δεν μοιάζεις με κανέναν. Γιατί κανείς άλλος δε κατάφερε ποτέ ως τώρα να με κάνει να νιώσω αυτό που ένιωθα για εσένα.

Κανείς δε κατάφερε, ούτε καν να επισκιάσει τον χώρο που καταλαμβάνεις στο μυαλό μου και στη καρδιά μου. Είναι δικός σου και θα είναι για πάντα. Γιατί ήσουν εσύ αυτός που ερωτεύτηκα τόσο έντονα, που πλέον αμφιβάλλω, αν υπάρχουν αλλού τόσος έρωτας και τόση αγάπη μαζεμένα.

Μου έκλεψες το πρώτο μου φιλί, πίσω από το ιερό της εκκλησίας. Ακόμα το θυμάμαι.

Έχω μοιράσει πολλά φιλιά από τότε. Αλλά εκείνο το φιλί ήταν το κάτι άλλο. Ήταν κάτι που δε ξεχνιέται. Ένα φιλί όλο ένταση και χημεία. Ένα φιλί με γεύση έρωτα.

Με αρρώστησε. Τα πάντα γυρνούσαν γύρω μου, το στομάχι μου είχε γίνει κόμπος, νόμιζα πως θα πέσω κάτω.

Και έπεσα. Ομολογώ πως απέφευγα να φάω οτιδήποτε ή να πλυθώ εκείνη την ημέρα. Δεν ήθελα να χάσω τη γεύση σου, ούτε την αίσθησή σου. Ήθελα να κρατήσω αυτό το φιλί πάνω μου για πάντα.

Δεν είναι, όμως, μόνο εκείνο το φιλί -κι όσα ακολούθησαν- που δεν αλλάζω και δε συγκρίνω με κανένα, αλλά και ο έρωτας μαζί σου. Τότε που σου δόθηκα και μου δόθηκες. Που ενώθηκα μαζί σου και ένιωσα πιο πλήρης από ποτέ.

Ήταν τόσο όμορφο και φυσικό. Σα να ήταν προετοιμασμένο το σώμα μου για ‘σένα. Με άγγιζες και ριγούσα. Ενεργοποιούσες με μιας όλες μου τις αισθήσεις και με έκανες ολοένα και περισσότερο δική σου. Ζούσα μαζί σου το απόλυτο.

Όταν έλειπες, πονούσα. Ένιωθα την έλλειψη τόσο έντονη, που ήθελα να αρπάξω το τρένο από τη Θεσσαλονίκη και να έρθω στην Αθήνα. Αλλά τα χιλιόμετρα ήταν πολλά και αναγκαστικά έπρεπε να σε στερηθώ.

Όμως, κάποτε σε έδιωξα. Γιατί δε σε αγαπούσα μόνο εγώ πολύ, με αγαπούσες κι εσύ. Και κάποιες φορές η πολλή αγάπη, οδηγεί σε ακραίες συμπεριφορές.

Είχες αγκιστρωθεί πάνω μου πια. Είχαμε χάσει την ανεμελιά μας. Η ζήλια σου είχε αρχίσει να γίνεται παθολογική. Δεν μπορούσα να φοβάμαι για τη σωματική σου ακεραιότητα, κάθε φορά που τσακωνόμασταν.

Όταν εκείνη την ημέρα, πήγες να πηδήξεις από το μπαλκόνι, πέθανα χίλιες φορές μέσα μου, σκεπτόμενη τη συνέχεια. Και επειδή ακόμα σε αγαπούσα και ήθελα να διατηρήσω αυτή την όμορφη εικόνα στο μυαλό μου, σε έδιωξα.

Φέρθηκα σκληρά και ίσως εγωιστικά.

Όλος μου ο κόσμος γκρεμίστηκε. Ξέρω, το ίδιο και ο δικός σου. Πάνε τα σχέδια για κοινή ζωή, παιδιά, σκυλιά και πολύ έρωτα. Έμεινε, όμως, αυτός ο έρωτας μέσα μου.

Το ομολογώ τώρα, κανείς δε με άγγιξε ποτέ όπως εσύ.

Κανείς δεν άγγιξε τη ψυχή μου, το μυαλό μου, την καρδιά μου, το σώμα μου, όπως το έκανες εσύ. Και το βλέπω πολύ δύσκολο να το καταφέρει κάποιος. Κατέστρεψες κάποιους άντρες, που έτυχε να με αγαπήσουν, πολύ ή λίγο. Ακούνε το όνομά σου και βρίζουν.

Το ίδιο και η γυναίκα σου, απ’ ότι ακούω. Ακούει το όνομά μου και παθαίνει αναφυλαξία.

Κάθε που υποπτεύεται πως περνάω από το μυαλό σου, σου λέει πως δε σ’αγαπάει πια και σε χωρίζει. Μέχρι να θυμηθεί το αγγελούδι σας και να ξεχάσει εμένα και πάλι από την αρχή.

Εσύ έφτιαξες τη ζωή σου, αγάπη μου.

Προχώρησες και δηλώνεις περίτρανα παντρεμένος και δυστυχισμένος. Νόμιζες θα βρεις λύτρωση και παρηγοριά σε αυτόν τον γάμο. Κανένας, όμως, δε θα με σβήσει από μέσα σου και το ξέρεις. Εμείς σε αυτόν τον κόσμο, ανήκουμε ο ένας στον άλλο και ας βρισκόμαστε αλλού.
Η σκέψη του ενός πάντα θα τρέχει, έστω και για λίγο, έστω και λιγότερο συχνά στον άλλο. Πάντα θα θυμάσαι και πάντα θα θυμάμαι, το ρίγος και το ανακάτεμα που μας έκανε ξεχωριστούς.

Δε με θλίβει, όμως, που δε σε έχω στη ζωή μου πια. Δε με επηρεάζει τόσο. Για μια ακόμα φορά θα μιλήσω εγωιστικά, αλλά μου φτάνει που κατάφερα να κρατήσω αυτή την καλή εικόνα, μέσα στα χρόνια. Ατόφια και ανεξίτηλη.

Τα άσχημα δε θέλω να τα σκέφτομαι. Γιατί μου έδωσες το προτέρημα να λέω πως στη ζωή μου έζησα τον αληθινό έρωτα και την πραγματική αγάπη και να με ζηλεύουν εκείνοι που βλέπουν το βλέμμα μου όταν το λέω.

Ζηλεύουν γιατί καταλαβαίνουν, ότι δεν αξιώθηκαν ακόμα να ζήσουν το απόλυτο και είναι βουτηγμένοι στα νερόβραστα.

Σε ευχαριστώ πολύ, λοιπόν, που μου 'μαθες τον έρωτα. Και ας μου τον πήρες όλο εσύ και νιώθω πως πια δεν έχω να δώσω άλλον.

Και κάτι ακόμα.

Θυμάσαι που ακούγαμε Μαχαιρίτσα και λέγαμε πως μαζί θα πεθάνουμε εμείς, ξαπλωμένοι σε ένα κρεβάτι, σαν τον «Μ’ αγαπάς» και την «Σ’ αγαπώ», φυσώντας ο ένας την πνοή του στο στόμα του άλλου;

Την επόμενη μέρα πήγες και τύπωσες μπλούζες. Απόψε λοιπόν, κοιμάμαι και σε φοράω «Σ’ αγαπώ μου»!


Πρώτη δημοσίευση: www.pillowfights.gr




Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου