Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Love. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Love. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Πέμπτη 21 Ιουλίου 2016

Θεσσαλονίκη φίλε μου...


Κατά καιρούς γνωρίζουμε ανθρώπους, μέρη, ζούμε καταστάσεις που μας κάνουν να νιώθουμε πιο ζωντανοί, που μας μαθαίνουν τον εαυτό μας, που μας στιγματίζουν. Κι αφήνουμε εκεί μαζί τους ένα κομμάτι μας. Λίγο από τη καρδιά μας που χτυπάει δυνατά κάθε που οι αναμνήσεις χτυπούν την πόρτα, λίγο από το μυαλό μας που ταξιδεύει εκεί με την πρώτη ευκαιρία και με κάθε συγκυρία. Ακόμα και λίγο από το σώμα μας. Γιατί κάποτε περάσαμε πεζοί μέσα από τις ζωές άλλων, κάποτε περπατήσαμε στους δρόμους της πόλης που αγαπήσαμε. Και το αεράκι φύσηξε και παρέσυρε κάποια από τα μόρια μας, που πάντα υπάρχουν εκεί και ταξιδεύουν. Πετούν πάνω από τα μέρη που αγαπήσαμε και κάθονται πάνω στα άτομα που λατρέψαμε σε έναν αέναο χορό νοσταλγικό και συνάμα έξαλλο.

Τα μεγαλύτερα κομμάτια μου τα έχω εναποθέσει με στοργή εκεί, στη νύφη του Βορρά. Στους δρόμους της. Στους ανθρώπους της. Στις στιγμές μου. Στις στιγμές μας. Μαζί της. Μαζί τους. Κάθε μέρα που περνάει τα μόρια μου συνταράσσονται κάθε που τρέχω στο μυαλό τους. Κάθε που έρχονται στο δικό μου. Κι έτσι ο χορός μας συνεχίζεται. Χωρίς κανείς μας να κουράζεται ποτέ. Χωρίς να μειώνει τον ρυθμό του. Και όποτε ξανασμίγουμε η ζωή μοιάζει με ένα ατέλειωτο πάρτι επανένωσης, στο οποίο όμως δε φοβάσαι μην σε κρίνουν οι άλλοι, ούτε έχεις ανάγκη να πλασσάρεις μια ζωή που δε ζεις κι ένα προσωπείο για να εντυπωσιάσεις. Γιατί αυτή η πόλη, αυτοί οι άνθρωποι, σε ξέρουν καλύτερα από ότι εσύ τον εαυτό σου. Και βλέπουν κάθε σου πτυχή ατόφια και αυθεντική όπως είναι. Και τους αρέσει. Και το χαίρονται. Και γλεντάνε μαζί σου χωρίς να ζητάνε τίποτα περισσότερο. Μόνο εσένα. Κι εσύ αυτούς. 



Παρασκευή 15 Ιουλίου 2016

Για εσένα που έδιωξα μακριά


Νόμιζα πως ο πρώτος ο έρωτας, ο μεγάλος, αυτός για τον οποίο έχουν γραφτεί τόσα μυθιστορήματα και αναρίθμητα ποιήματα, αυτός που έκανε πολλούς να καρδιοχτυπήσουν δυνατά απλά δεν υπάρχει. Αλλά ήμουν μικρή ακόμη, κι έκανα λάθος.
Ο έρωτας ο πρώτος, ο μεγάλος, ο δυνατός, αυτός που θα σε κάνει να μη θέλεις να πλυθείς για να μη φύγει από πάνω σου το άγγιγμα του, να μη θέλεις να φας γιατί νιώθεις πως το στομάχι σου έχει γίνει ένας σφιχτοδεμένος κόμπος, υπάρχει. Και τον έζησα.
Και όχι απλώς τον έζησα. Τον έκανα ένα με το πετσί μου, τον φόρεσα σαν το αγαπημένο μου πουλόβερ που στο τέλος από το πολύ φόρεμα γέμισε τρύπες και ξεχείλωσε. Τον τράβηξα από τα μαλλιά. Τον είχα αγαπήσει τον πρώτο μου έρωτα. Κι ύστερα κατάλαβα πως πια αγαπούσα την ιδέα του. Και πάντα θα την αγαπούσα.
Δε νόμιζα πως είμαι ικανή να αγαπήσω πια. Ενθουσιαζόμουν με τους συντρόφους μου και τους φρόντιζα, μα ποτέ δε δινόμουν ολοκληρωτικά. Τους έδινα να φάνε ένα κομμάτι μου κι έπειτα τραβούσα τον μεζέ και τον έπαιρνα μακριά.
Μα μια μέρα κάτι μέσα μου άλλαξε. Ένιωσα πράγματα που νόμιζα πως δε θα ένιωθα ποτέ ξανά. Δεν ήταν κάτι που είχα νιώσει ακριβώς στο παρελθόν. Κάθετι που νιώθεις για κάποιον άνθρωπο, έχει κάτι ξεχωριστό, όπως και ο άνθρωπος για τον οποίο το νιώθεις. Κι άρχισα να αναθεωρώ για ακόμη μια φορά.
Μα ακόμα μου ήταν δύσκολο να πω όσα είχα κλειδώσει μέσα μου. Οι λέξεις ανέβαιναν στο στόμα μου, έφταναν μέχρι τα χείλη μου και γραπώνονταν εκεί προσπαθώντας να μην βγουν έξω. Και κρατήθηκαν γερά, σαν κάποιον που κρατιέται από τον βράχο για να μην πέσει στον γκρεμό από κάτω.
Οι πράξεις λίγες· ίσως καλές, αλλά λίγες μπροστά σε εκείνες που θα ήθελα. Μπροστά σε εκείνες που μπλόκαρα. Που ήθελα να κάνω, αλλά δεν έκανα. Ποτέ δε θα μάθεις τι φταίει. Ίσως ούτε κι εγώ. Δεν είμαι κακός άνθρωπος. Δεν το πιστεύω αυτό. Είμαι απλώς φοβισμένη, τρομοκρατημένη. Και φταίω. Σαφώς και φταίω. Φταίω που σε σκέφτομαι και γράφω και νιώθω την ταχυκαρδία στο στήθος μου, όπως θα ένιωθε μια πόρτα αν τη χτυπούσε κάποιος φορώντας σιδερογροθιά. Φταίω που αφήνω αυτούς που με μεγάλωσαν να ρουφάνε από μέσα μου τη ζωή που θέλω να ζήσω και να με αφήνουν με μερικά απομεινάρια, να τρέφω αυταπάτες πως ζω έστω κάτι από αυτά που θα ήθελα να ζήσω.
Όταν μεγαλώνεις με περιορισμούς, θέλεις συνεχώς να απαλλαχθείς από αυτούς. Αλλά έχεις μάθει να ζεις με αυτούς που σχεδόν τους έχεις ανάγκη πια. Δεν σου είναι τόσο εύκολο να τους πετάξεις από πάνω σου. Γίνεσαι ένας ψευτοεπαναστάτης, που βρίσκει πάντα έναν λόγο να γκρινιάξει και βλέπει πάντα την αρνητική πλευρά των πραγμάτων. Που συνεχώς φωνάζει και ωρύεται και είναι πάντα έτοιμος να τα παρατήσει όλα και να κάνει την επανάστασή του, αλλά ποτέ δεν την κάνει· μένει πάντα στα λόγια.
Και μέσα από περιορισμούς και έλλειψη υποστήριξης και εμφανούς αγάπης, νιώθεις πως δεν μπορείς να ζήσεις τίποτα που να σε κάνει ευτυχισμένο. Κι έτσι όταν η ευτυχία έφτασε στα πόδια μου, την έδιωξα για ακόμη μια φορά. Έφυγα από εσένα. Σε άφησα πίσω μη λογαριάζοντας την ιδιαίτερη σχέση μας. Μην αφήνοντας το παραμύθι μας να ζήσει.
Και κάπως έτσι κατέληξα πως προκαλώ πόνο σε ό, τι αγαπώ και το διώχνω μακριά.  Ίσως για να μην του προκαλέσω περισσότερο πόνο στο μέλλον ή ίσως γιατί βαθιά μέσα μου δε θέλω να είμαι ευτυχισμένη, γιατί δεν έχω μάθει έτσι. Κατέληξα πως δεν είμαι καλοκαίρι, αλλά το θλιβερό φθινόπωρο, που προϋπαντεί τον χειμώνα.
Κι έτσι κρατάω τη θλίψη μου σφιχτά και ενίοτε την ανάγω στον υπερθετικό της. Τουλάχιστον έτσι ξέρω πως μένω εγώ και αυτή μονάχα. Αυτή είναι η μεγαλύτερη σχέση που έχω. Η γκόμενά μου. Και πρέπει να δουλέψω τη σχέση μου μαζί της, να βρω το θάρρος να τη χωρίσω, να τη διώξω μακριά μου, για να μπορέσω να δώσω στον εαυτό μου την ευκαιρία να κάνει μια υγιή και επιτυχημένη σχέση. Ως τότε, απλώς θα τρέφω αυταπάτες πως μπορώ. Ως τότε απλώς θα πληγώνω τον εαυτό μου και όσους προσπαθούν να με προσεγγίσουν και να με κάνουν ευτυχισμένη.
Μα ακόμα και αν δουλέψω αυτή τη σχέση, ακόμα και αν γνωρίσω κάποιον στο μέλλον. Κανείς δεν θα έχει όσα είχες εσύ. Κανείς δε θα μου δώσει όσα μου έδωσες κι εγώ δε θα μπορέσω να του δώσω όσα έδωσα σε εσένα.
Το μόνο που ξέρω όπως και να ‘χει είναι πως όσο δουλεύω μαζί της, θα συνεχίσω να γράφω.
Θα γράφω για 'σένα, γραπτά που ποτέ δε θα δεις. Κι ακόμα κι όταν οι σκέψεις μου δε θα είναι πια τόσο πρωτότυπες μετά από κάποιο καιρό, εγώ θα συνεχίσω να γράφω και θα συνεχίσω να σκέφτομαι στιχάκια και διάσπαρτες λεξούλες που ντύνουν όσα γυρνάνε μέσα στο μυαλό μου για εσένα.
Γιατί εσύ ήσουν ο φάρος μου, που με οδήγησε μέσα από θύελλες, αλλά δεν ήθελα να θαμπώσω το φως σου παρασύροντάς το μέσα στη μεγαλύτερη θύελλα- αυτή του μυαλού μου. 
Πρώτη δημοσίευση: www.pillowfights.gr





Πέμπτη 24 Μαρτίου 2016

Κανείς δε θα με σβήσει από μέσα σου



Εσύ, που δεν μοιάζεις με κανέναν. Γιατί κανείς άλλος δε κατάφερε ποτέ ως τώρα να με κάνει να νιώσω αυτό που ένιωθα για εσένα.

Κανείς δε κατάφερε, ούτε καν να επισκιάσει τον χώρο που καταλαμβάνεις στο μυαλό μου και στη καρδιά μου. Είναι δικός σου και θα είναι για πάντα. Γιατί ήσουν εσύ αυτός που ερωτεύτηκα τόσο έντονα, που πλέον αμφιβάλλω, αν υπάρχουν αλλού τόσος έρωτας και τόση αγάπη μαζεμένα.

Μου έκλεψες το πρώτο μου φιλί, πίσω από το ιερό της εκκλησίας. Ακόμα το θυμάμαι.

Έχω μοιράσει πολλά φιλιά από τότε. Αλλά εκείνο το φιλί ήταν το κάτι άλλο. Ήταν κάτι που δε ξεχνιέται. Ένα φιλί όλο ένταση και χημεία. Ένα φιλί με γεύση έρωτα.

Με αρρώστησε. Τα πάντα γυρνούσαν γύρω μου, το στομάχι μου είχε γίνει κόμπος, νόμιζα πως θα πέσω κάτω.

Και έπεσα. Ομολογώ πως απέφευγα να φάω οτιδήποτε ή να πλυθώ εκείνη την ημέρα. Δεν ήθελα να χάσω τη γεύση σου, ούτε την αίσθησή σου. Ήθελα να κρατήσω αυτό το φιλί πάνω μου για πάντα.

Δεν είναι, όμως, μόνο εκείνο το φιλί -κι όσα ακολούθησαν- που δεν αλλάζω και δε συγκρίνω με κανένα, αλλά και ο έρωτας μαζί σου. Τότε που σου δόθηκα και μου δόθηκες. Που ενώθηκα μαζί σου και ένιωσα πιο πλήρης από ποτέ.

Ήταν τόσο όμορφο και φυσικό. Σα να ήταν προετοιμασμένο το σώμα μου για ‘σένα. Με άγγιζες και ριγούσα. Ενεργοποιούσες με μιας όλες μου τις αισθήσεις και με έκανες ολοένα και περισσότερο δική σου. Ζούσα μαζί σου το απόλυτο.

Όταν έλειπες, πονούσα. Ένιωθα την έλλειψη τόσο έντονη, που ήθελα να αρπάξω το τρένο από τη Θεσσαλονίκη και να έρθω στην Αθήνα. Αλλά τα χιλιόμετρα ήταν πολλά και αναγκαστικά έπρεπε να σε στερηθώ.

Όμως, κάποτε σε έδιωξα. Γιατί δε σε αγαπούσα μόνο εγώ πολύ, με αγαπούσες κι εσύ. Και κάποιες φορές η πολλή αγάπη, οδηγεί σε ακραίες συμπεριφορές.

Είχες αγκιστρωθεί πάνω μου πια. Είχαμε χάσει την ανεμελιά μας. Η ζήλια σου είχε αρχίσει να γίνεται παθολογική. Δεν μπορούσα να φοβάμαι για τη σωματική σου ακεραιότητα, κάθε φορά που τσακωνόμασταν.

Όταν εκείνη την ημέρα, πήγες να πηδήξεις από το μπαλκόνι, πέθανα χίλιες φορές μέσα μου, σκεπτόμενη τη συνέχεια. Και επειδή ακόμα σε αγαπούσα και ήθελα να διατηρήσω αυτή την όμορφη εικόνα στο μυαλό μου, σε έδιωξα.

Φέρθηκα σκληρά και ίσως εγωιστικά.

Όλος μου ο κόσμος γκρεμίστηκε. Ξέρω, το ίδιο και ο δικός σου. Πάνε τα σχέδια για κοινή ζωή, παιδιά, σκυλιά και πολύ έρωτα. Έμεινε, όμως, αυτός ο έρωτας μέσα μου.

Το ομολογώ τώρα, κανείς δε με άγγιξε ποτέ όπως εσύ.

Κανείς δεν άγγιξε τη ψυχή μου, το μυαλό μου, την καρδιά μου, το σώμα μου, όπως το έκανες εσύ. Και το βλέπω πολύ δύσκολο να το καταφέρει κάποιος. Κατέστρεψες κάποιους άντρες, που έτυχε να με αγαπήσουν, πολύ ή λίγο. Ακούνε το όνομά σου και βρίζουν.

Το ίδιο και η γυναίκα σου, απ’ ότι ακούω. Ακούει το όνομά μου και παθαίνει αναφυλαξία.

Κάθε που υποπτεύεται πως περνάω από το μυαλό σου, σου λέει πως δε σ’αγαπάει πια και σε χωρίζει. Μέχρι να θυμηθεί το αγγελούδι σας και να ξεχάσει εμένα και πάλι από την αρχή.

Εσύ έφτιαξες τη ζωή σου, αγάπη μου.

Προχώρησες και δηλώνεις περίτρανα παντρεμένος και δυστυχισμένος. Νόμιζες θα βρεις λύτρωση και παρηγοριά σε αυτόν τον γάμο. Κανένας, όμως, δε θα με σβήσει από μέσα σου και το ξέρεις. Εμείς σε αυτόν τον κόσμο, ανήκουμε ο ένας στον άλλο και ας βρισκόμαστε αλλού.
Η σκέψη του ενός πάντα θα τρέχει, έστω και για λίγο, έστω και λιγότερο συχνά στον άλλο. Πάντα θα θυμάσαι και πάντα θα θυμάμαι, το ρίγος και το ανακάτεμα που μας έκανε ξεχωριστούς.

Δε με θλίβει, όμως, που δε σε έχω στη ζωή μου πια. Δε με επηρεάζει τόσο. Για μια ακόμα φορά θα μιλήσω εγωιστικά, αλλά μου φτάνει που κατάφερα να κρατήσω αυτή την καλή εικόνα, μέσα στα χρόνια. Ατόφια και ανεξίτηλη.

Τα άσχημα δε θέλω να τα σκέφτομαι. Γιατί μου έδωσες το προτέρημα να λέω πως στη ζωή μου έζησα τον αληθινό έρωτα και την πραγματική αγάπη και να με ζηλεύουν εκείνοι που βλέπουν το βλέμμα μου όταν το λέω.

Ζηλεύουν γιατί καταλαβαίνουν, ότι δεν αξιώθηκαν ακόμα να ζήσουν το απόλυτο και είναι βουτηγμένοι στα νερόβραστα.

Σε ευχαριστώ πολύ, λοιπόν, που μου 'μαθες τον έρωτα. Και ας μου τον πήρες όλο εσύ και νιώθω πως πια δεν έχω να δώσω άλλον.

Και κάτι ακόμα.

Θυμάσαι που ακούγαμε Μαχαιρίτσα και λέγαμε πως μαζί θα πεθάνουμε εμείς, ξαπλωμένοι σε ένα κρεβάτι, σαν τον «Μ’ αγαπάς» και την «Σ’ αγαπώ», φυσώντας ο ένας την πνοή του στο στόμα του άλλου;

Την επόμενη μέρα πήγες και τύπωσες μπλούζες. Απόψε λοιπόν, κοιμάμαι και σε φοράω «Σ’ αγαπώ μου»!


Πρώτη δημοσίευση: www.pillowfights.gr




Κυριακή 10 Ιανουαρίου 2016

Η κόρη που δε γέννησα

...αλλά έφερε το καλοκαίρι.


Δε γεννήθηκε καλοκαίρι, μα έφερε το καλοκαίρι στη ζωή μου. Το παιδί μου, το καμάρι μου, το ομορφότερο παιδί του κόσμου.
Είχαμε προγραμματίσει ραντεβού με τον γυναικολόγο για την γέννα και ήμασταν στην ώρα μας, αλλά χρειάστηκε να περιμένει λίγο γιατί ένα άλλο παιδάκι βιαζόταν περισσότερο να βγει.
Όταν την αντίκρισα για πρώτη φορά, ένα τσουνάμι γλύκας ξεχύθηκε από τα μάτια της, που με πλημμύρισε με αγάπη. Δάκρυσα ασυναίσθητα και δε μπορούσα να σταματήσω με τίποτα.
Μου την έδωσαν να την κρατήσω και όταν το απαλό της δερματάκι με ακούμπησε, ένιωσα τέτοιο δέος για το μικρό θαύμα που κρατούσα μέσα στην αγκαλιά μου.
Έμοιαζε τόσο εύθραυστη, αλλά δεν ήταν. Ήταν ένα μικρό αγγελούδι, που είχε όμως και λίγο ζαβολιά μέσα της, καθώς κάθε που έκλεινα τα μάτια μου εκείνη άρχιζε να κλαίει γοερά.
Πεινούσε το μωρό μου και το μητρικό γάλα δεν της έφτανε. Αυτό ήταν.
Επιστρέψαμε στο σπίτι μας πανευτυχείς και δε την έχανα λεπτό από τα μάτια μου. Το άρωμα της ήταν το καλύτερο του κόσμου. Κανένα άλλο παιδί δε μύριζε τόσο όμορφα.
Τα μαλλάκια της που ήταν τόσο απαλά και μεταξένια έμπλεκαν μικροσκοπικές μπουκλίτσες πάνω στο μαλακό ευαίσθητο κεφαλάκι της και άρχισαν πολύ γρήγορα να μακραίνουν.
Μπορεί να μην είναι δικό μου παιδί, αλλά κατέχει ένα μεγάλο μου κομμάτι. Γι’ αυτόν τον λόγο αποφάσισα να γίνω κατά κάποιον τρόπο μητέρα της. Δε μου έφτανε να είμαι απλά θεία της.
Μερικούς μήνες μετά έγινα πνευματική της μητέρα ξορκίζοντας κάθε κακό από πάνω της. Είχα την τιμή να της δώσω το υπέροχο ονοματάκι της και να υποσχεθώ να την προστατεύω και να πορεύομαι πλάι της, να είμαι εκεί όποτε με χρειάζεται.
Όταν με κοιτάζει με αυτά τα ματάκια, τα γεμάτα όνειρα και χαμόγελο και φωνάζει όλο χαρά «νονούλα» τρελαίνομαι από τη χαρά μου. Ακόμα και όταν γκρινιάζει και γίνεται δύστροπη, ακόμα και όταν χτυπιέται κάτω για να περάσει το δικό της, εγώ λιώνω.
Όταν έρχεται και με αγκαλιάζει στο άσχετο, νιώθω πάλι εκείνη την πλημμύρα αγάπης που ένιωσα όταν την πρωτοπήρα αγκαλιά. Θέλω να είναι πάντα καλά και να μην την πειράξει κανείς. Αν τολμήσει κάποιος να την πειράξει, θα έχει να κάνει μαζί μου, κι εγώ όταν τα παίρνω βγάζω κάτι νύχια γαμψά σαν του αετού.
Αυτό το παιδί είναι και δικό μου παιδί, ό,τι και να λέτε. Είναι ο λόγος που ξυπνάω τα πρωινά, και το χαμόγελο της μπορεί να μου φτιάξει την ημέρα ό,τι και αν έχει γίνει, ακόμα κι αν ο κόσμος γύρω μου καταστρέφεται.
Θα την κρατάω πάντα ασφαλή και θα της μαθαίνω πράγματα. Όπως της έμαθα να τρώει ψάρι και αυγό ή να πλατσουρίζει τα ποδαράκια της στη θάλασσα για να έρθει κοντά μου. Όπως της έμαθα να ζωγραφίζει μένοντας μέσα στις γραμμές και τα πάει περίφημα.
Θα είμαι εκεί να την συμβουλεύω όταν θα ερωτευτεί και να την παρηγορώ όταν τσακωθεί με κάποια φίλη της. Θα είμαι εκεί όταν θα χαίρεται και όταν θα λυπάται, γιατί αυτή έφερε το καλοκαίρι στη ζωή μου και το κράτησε εκεί.
Ήρθε και έφερε το γέλιο, την αγάπη, τις αγκαλιές της και κόλλησε έναν μόνιμο ήλιο στον γκρίζο ουρανό της ζωής μου.
Κι αν θέλω να της πω δυο λόγια είναι αυτά: «Σε ευχαριστώ καλοκαιράκι μου που ήρθες και έδωσες γεύση και νόημα στη ζωή μου. Σε ευχαριστώ που είσαι αυτή που είσαι και στολίζεις τις μέρες μου. Σε αγαπώ πολύ». Όλα τα άλλα τα ξέρει.
Πρώτη δημοσίευση: www.pillowfights.gr



Τρίτη 22 Δεκεμβρίου 2015

20 υπέροχα, κλασικά ποιήματα για τον έρωτα

Νερούδα, Καβάφης, Καρυωτάκης και άλλοι ερωτοχτυπημένοι ποιητές



Πώς να διαλέξεις ποιήματα για τον έρωτα, όταν τριάντα αιώνες προφορικής και γραπτής παράδοσης δεν μας έχουν προετοιμάσει καλά-καλά για το ίδιο το γεγονός και τη δριμύτητά του - όταν αυτό επιλέξει να έρθει και το ίδιο ύπουλα, το ίδιο αστραπιαία, να αποσυρθεί από τις καρδιές-κρυψώνες των εμπλεκομένων; Όσο κι αν γράφουμε, όσο κι αν ψελλίζουμε ερωτικά μοιρολόγια, ποτέ δεν καταφέρνουμε να βάλουμε τις σωστές λέξεις στο χαρτί, ή έστω να τις μασήσουμε μέσα από τα δόντια μας. Κάποιοι όμως - λιγοστοί - το κατάφεραν. Για λίγο. Για λίγους στίχους, σκόρπιους υφάλους, εν μέσω μιας ολόκληρης ζωής.
Ακολουθεί ένα μπουκέτο από ερωτικά ποιήματα μεγάλων ποιητών, άλλα προσωπικά αγαπημένα του γράφοντος και άλλα σχεδόν υποχρεωτικά, επιβεβλημένα, τόσο διάσημα που καταντούν σχεδόν κλισέ, χωρίς αυτό να αφαιρεί κάτι από τη γοητεία τους. Στείλτε το δικό σας αγαπημένο ερωτικό ποίημα.
Joyce Mansour (1928-1986)
Άσε με να σ’ αγαπώ
αγαπώ τη γεύση απ’το παχύ σου αίμα
το κρατώ καιρό μέσα στο δίχως δόντια στόμα μου
η πυράδα του μου καίει το λαρύγγι
αγαπώ τον ιδρώτα σου
μ’αρέσει να χαϊδεύω τις μασχάλες σου
περίρρυτες από χαρά
άσε με να σ’ αγαπώ
άσε με να γλείφω τα κλειστά σου μάτια
άσε με να τα τρυπήσω με τη σουβλερή μου γλώσσα
και τη γούβα τους να γεμίσω με το θριαμβευτικό μου
σάλιο
άσε με να σε τυφλώσω.
(Μτφ.: Έκτωρ Κακναβάτος)
E. E. Cummings (1894-1962)
Μου αρέσει το σώμα μου όταν είναι με το σώμα
σου. Τόσο που είναι φρέσκο αυτό το πράγμα.
Μύες καλύτεροι, νευρώνες περισσότεροι.
μου αρέσει το σώμα σου. μου αρέσει αυτό που κάνει,
μου αρέσουν τα πώς του. μου αρέσει απ' το σώμα σου να νιώθω τη σπονδ
υλική στήλη και κόκαλα, και την τρεμουλιαστή
κρουστο-απαλό τητά του και που εγώ θα το
ξανά και ξανά και ξανά
φιλήσω, μου αρέσει να φιλώ αυτό κι εκείνο σου,
μου αρέσει, αργά να χαϊδεύω το, χνούδι φουντωτό το
γουνάκι ηλεκτρισμένο σου, και τι-ν'-αυτό που βγαίνει
από τη χωρισμένη σάρκα ... Και μάτια μεγάλα ερωτο-ψίχουλα,
και ίσως μου αρέσει το ρίγος
του από κάτω μου εσύ τόσο, που, αλήθεια, φρέσκο πόσο 
* * *
σε πείσμα του οτιδήποτε
αναπνέει και κινείται, μια κι ο Θάνατος
(με χέρια λευκά μακρύτατα
που στρώνουν κάθε ζάρα)
ολοσχερώς θα λειάνει τον νου μας
-πριν βγω απ' την κάμαρά μου
γυρνώ, και(γέρνοντας
μες στο πρωινό)φιλάω,
το μαξιλάρι αυτό, αγάπη μου,
όπου τα κεφάλια μας ζούσαν και ήταν.
(Μτφ.: Βασίλης Αμανατίδης)
* * *
(απόσπασμα)
κρατώ την καρδιά σου μαζί μου (την κρατώ μες
στην καρδιά μου) δεν την αποχωρίζομαι ποτέ (όπου
κι αν πάω πηγαίνεις κι εσύ, καλή μου, κι ό,τι γίνεται
από μένα μόνο είναι δικό σου έργο, αγαπημένη μου)
δεν φοβάμαι
καμία μοίρα (γιατί εσύ είσαι η μοίρα μου, γλυκιά μου) δεν θέλω
κανέναν κόσμο (γιατί ομορφιά μου εσύ είσαι ο κόσμος μου, ο αληθινός)
και είσαι εσύ ό,τι από πάντα σημαίνει ένα φεγγάρι
κι ό,τι ένας ήλιος πάντα θα τραγουδάει είσαι εσύ
(Μτφ.: Χάρης Βλαβιανός)
Αγάπη
Κι ήμουν στο σκοτάδι. Κι ήμουν το σκοτάδι.
Και με είδε μια αχτίδα
Δροσούλα το ιλαρό το πρόσωπό της
κι εγώ ήμουν το κατάξερο ασφοδίλι.
Πώς μ’ έσεισε το ξύπνημα μιας νιότης,
πώς εγελάσαν τα πικρά μου χείλη!
Σάμπως τα μάτια της να μου είπαν ότι
δεν είμαι πλέον ο ναυαγός κι ο μόνος,
κι ελύγισα σαν από τρυφερότη,
εγώ που μ’ είχε πέτρα κάνει ο πόνος.
Μόνο γιατί μ'αγάπησες
Δεν τραγουδώ παρά γιατί μ’ αγάπησες
στα περασμένα χρόνια.
Και σε ήλιο, σε καλοκαιριού προμάντεμα
και σε βροχή, σε χιόνια,
δεν τραγουδώ παρά γιατί μ’ αγάπησες.
Μόνο γιατί με κράτησες στα χέρια σου
μια νύχτα και με φίλησες στο στόμα,
μόνο γι’ αυτό είμαι ωραία σαν κρίνο ολάνοιχτο
κ’ έχω ένα ρίγος στην ψυχή μου ακόμα,
μόνο γιατί με κράτησες στα χέρια σου.
Μόνο γιατί τα μάτια σου με κύτταξαν
με την ψυχή στο βλέμμα,
περήφανα στολίστηκα το υπέρτατο
της ύπαρξής μου στέμμα,
μόνο γιατί τα μάτια σου με κύτταξαν.
Μόνο γιατί όπως πέρναα με καμάρωσες
και στη ματιά σου να περνάη
είδα τη λυγερή σκιά μου, ως όνειρο
να παίζει, να πονάη,
μόνο γιατί όπως πέρναα με καμάρωσες.
Γιατί, μόνο γιατί σε σέναν άρεσε
γι’ αυτό έμεινεν ωραίο το πέρασμά μου.
Σα να μ’ ακολουθούσες όπου πήγαινα,
σα να περνούσες κάπου εκεί σιμά μου.
Γιατί, μόνο γιατί σε σέναν άρεσε.
Μόνο γιατί μ’ αγάπησες γεννήθηκα,
γι’ αυτό η ζωή μου εδόθη.
Στην άχαρη ζωή την ανεκπλήρωτη
μένα η ζωή πληρώθη.
Μόνο γιατί μ’ αγάπησες γεννήθηκα.
Μονάχα για τη διαλεχτήν αγάπη σου
μου χάρισε η αυγή ρόδα στα χέρια.
Για να φωτίσω μια στιγμή το δρόμο σου
μου γέμισε τα μάτια η νύχτα αστέρια,
μονάχα για τη διαλεχτήν αγάπη σου.
Μονάχα γιατί τόσο ωραία μ’ αγάπησες
έζησα, να πληθαίνω
τα ονείρατά σου, ωραίε που βασίλεψες
κ’ έτσι γλυκά πεθαίνω
μονάχα γιατί τόσο ωραία μ’ αγάπησες.
Το Μονόγραμμα (απόσπασμα)
Από τόσον χειμώνα κι από τόσους βοριάδες, μ’ ακούς
Να τινάξει λουλούδι, μόνο εμείς, μ’ ακούς
Μες στη μέση της θάλασσας
Από μόνο το θέλημα της αγάπης, μ’  ακούς
Ανεβάσαμε ολόκληρο νησί, μ’ ακούς
Με σπηλιές και με κάβους κι ανθισμένους γκρεμούς
Άκου, άκου
Ποιος μιλεί στα νερά και ποιος κλαίει- ακούς;
Ποιος γυρεύει τον άλλο, ποιος φωνάζει –ακούς;
Είμ’εγώ που φωνάζω κι ειμ’ εγώ που κλαίω. Μ’ ακούς
Σ’αγαπώ, σ’αγαπώ, μ’ ακούς
Να γελάσεις απ’ τα βάθη των χρυσών σου ματιών
είμαστε μες στο δικό μας κόσμο.
Η πιο όμορφη θάλασσα
είναι αυτή που δεν έχουμε ακόμα ταξιδέψει.
Τα πιο όμορφα παιδιά
δεν έχουν μεγαλώσει ακόμα.
Τις πιο όμορφες μέρες μας
δεν τις έχουμε ζήσει ακόμα.
Κι αυτό που θέλω να σου πω,
το πιο όμορφο απ' όλα,
δε σ' τό 'χω πει ακόμα.
(Μτφ. Γιάννης Ρίτσος)
W. H. Auden (1907-1973)
Πένθιμο Μπλουζ
Κόψτε τα τηλέφωνα, πάψτε τα ρολόγια,
Το πιάνο κλείστε, πνίξτε τύμπανα και λόγια.
Δώστε ένα κόκαλο στο σκύλο να ησυχάσει.
Ο θρήνος άρχισε, το φέρετρο ας περάσει.
Τ' αεροπλάνα από πάνω μας στενάζουν
«Πέθανε τώρα αυτός» στον ουρανό να γράψουν
Μαβιέ κορδέλες βάλτε στ' άσπρα περιστέρια,
Οι τροχονόμοι μαύρα γάντια έχουν στα χέρια.
Ανατολή και δύση μου, βορρά και νότε,
Χαρά της Κυριακής, της εβδομάδας μόχθε.
Ήσουν φωνή, τραγούδι μου, μέρα, σκοτάδι,
Πίστευα αιώνια τη δική μας την αγάπη...
Τ' αστέρια δεν τα λαχταρώ, πάρτε τα, σβήστε
Τον ήλιο ρίξτε τον και το φεγγάρι κρύψτε.
Αδειάστε τον ωκεανό, κάψτε τα δάση,
Τίποτα πια καλό, ποτέ, δε θα χαράξει.
(Μτφ. Ερρίκος Σοφράς)
Επέστρεφε
Επέστρεφε συχνά και παίρνε με,
αγαπημένη αίσθησις επέστρεφε και παίρνε με—
όταν ξυπνά του σώματος η μνήμη,
κ’ επιθυμία παληά ξαναπερνά στο αίμα·
όταν τα χείλη και το δέρμα ενθυμούνται,
κ’ αισθάνονται τα χέρια σαν ν’ αγγίζουν πάλι.
Επέστρεφε συχνά και παίρνε με την νύχτα,
όταν τα χείλη και το δέρμα ενθυμούνται... 
* * *
Για νάρθουν
Ένα κερί αρκεί. Το φως του το αμυδρό
αρμόζει πιο καλά, θάναι πιο συμπαθές
σαν έρθουν της Aγάπης, σαν έρθουν η Σκιές.
Ένα κερί αρκεί. Η κάμαρη απόψι
να μη έχει φως πολύ. Μέσα στην ρέμβην όλως
και την υποβολή, και με το λίγο φως —
μέσα στην ρέμβην έτσι θα οραματισθώ
για νάρθουν της Aγάπης, για νάρθουν η Σκιές.
XLIII
Πώς σ' αγαπώ; Άσε με να μετρήσω τρόπους.
Σε αγαπώ στο βάθος και στο πλάτος και στο ύψος
Που η ψυχή μου μπορεί να κατακτήσει, όταν νιώθει αμήχανη
Για τους σκοπούς της ύπαρξης και της γοητείας της ιδεατής.
Σε αγαπώ στο επίπεδο της καθημερινής
Της πλέον ήρεμης ανάγκης, στο φως του ήλιου και του κεριού.
Σε αγαπώ ελεύθερα, όπως όταν οι άνθρωποι αγωνίζονται για τη νίκη του καλού
Σε αγαπώ αγνά, όπως όταν γυρίζουν από προσευχή.
Σε αγαπώ με ένα πάθος που έβαλα σε χρήση
Μες στις παλιές μου λύπες και με μια πίστη
από την ηλικία μου την παιδική.
Σε αγαπώ με μιαν αγάπη που φαινόταν πως θα χάσω
Με τους χαμένους μου άγιους - Σε αγαπώ με την αναπνοή,
Με τα χαμόγελα και τα δάκρυα όλης της ζωής μου! Κι αν ο Θεός θελήσει,
Μετά τον θάνατο θα σ' αγαπώ ακόμα πιο πολύ
(Μτφ.: Χρίστος Γούδης)
Σαπφώ (630/612-570 π.Χ.)
Ο έρωτας συγκλόνισε
την καρδιά μου όπως ο άνεμος που κατεβαίνει από το βουνό
τραντάζει τις βελανιδιές
(Μτφ.: Χάρης Βλαβιανός)
Pablo Neruda (1904-1973)
Δε σ' αγαπώ σαν να 'σουν ρόδο αλατιού, τοπάζι,
σαΐτα από γαρούφαλα που τη φωτιά πληθαίνουν:
σ' αγαπώ ως αγαπιούνται κάποια πράγματα σκούρα,
μυστικά, μέσ' από την ψυχή και τον ίσκιο.
Σ' αγαπώ καθώς κάποιο φυτό που δεν ανθίζει,
μα που μέσα του κρύβει το λουλουδόφως όλο,
και ζει απ' τον έρωτά σου σκοτεινό στο κορμί μου
τ' άρωμα που σφιγμένο μ' ανέβηκε απ' το χώμα.
Σ' αγαπώ μη γνωρίζοντας πώς, από πού και πότε,
σ' αγαπώ στα ίσια δίχως πρόβλημα ή περηφάνια:
σ' αγαπώ έτσι γιατί δεν ξέρω μ' άλλον τρόπο,
παρά μ' ετούτον όπου δεν είμαι μήτε είσαι,
που το χέρι σου πάνω μου το νιώθω σαν δικό μου,
που όταν κοιμάμαι κλείνουν και τα δικά σου μάτια
.
(Μτφ.: Ηλίας Ματθαίου)
Benedetti Mario (1920-2009)
Ακόμη
Εξακολουθώ να μην πιστεύω
έρχεσαι δίπλα μου
και η νύχτα είναι μια χούφτα
αστεριών και ευθυμίας
δακτύλων γεύσεις ακούω και βλέπω
το πρόσωπό σου το μεγάλο σου διασκελισμό
τα χέρια σου, και ακόμα
ακόμα δεν μπορώ να πιστέψω
ότι η επιστροφή σου έχει πολλά
να κάνει με σένα και με μένα
και για ξόρκι το λέω
και για τις αμφιβολίες το τραγουδώ
κανείς ποτέ δεν θα σε αντικαταστήσει
και τα πιο ασήμαντα πράγματα
αλλάζουν σε θεμελιώδεις
επειδή γυρνάς στο σπίτι
ωστόσο εξακολουθώ να
αμφιβάλλω σε αυτήν την τύχη
γιατί ο ουρανός σε έχει
μου φαίνεται φαντασία.
Αλλά έρχεσαι και είναι σίγουρο
και έρχεσαι με το βλέμμα σου
και γι’ αυτό η άφιξή σου
κάνει μαγικό το μέλλον
ακόμη και αν δεν είναι πάντα κατανοητές
οι ενοχές μου και οι καταστροφές μου
αλλά ξέρω ότι στα χέρια σου
ο κόσμος έχει νόημα
και αν φιλήσω με τόλμη
και το μυστήριο των χειλιών σου
δεν θα υπάρχουν αμφιβολίες ή άσχημες γεύσεις
θα σ 'αγαπώ περισσότερο ακόμη.
Emily Dickinson (1830-1886)
Θα τον ξεχάσουμε, καρδιά
Εσύ κι εγώ απόψε!
Ξέχνα τη θέρμη που έδωσε
Το φως θα το ξεχάσω εγώ
Και σαν τελειώσει η προσευχή
Πες μου, κι εγώ κι οι σκέψεις
Θα ξεθωριάσουμε εμείς
Μόνο μονάχα μην αργείς!
Όσο εσύ καθυστερείς
Ραγίζει η μνήμη επιρρεπής
(Μτφ.: Κρυσταλλία Κατσαρού)
René Char (1907-1988)
Αγάπη
Να είσαι ο πρώτος
Που τελειώνει
Robert Burns (1759-1796)

Είν' η αγάπη μου σαν ένα πορφυρένιο ρόδο
Που μόλις ξεπετάχτηκε τον πρώτο μήνα του καλοκαιριού:
Είν' η αγάπη μου σαν τη μελωδία
Που παίζεται γλυκά σ' ένα ρυθμό αρμονικού συντονισμού.
Τόσ' όμορφη είσαι εσύ, γλυκειά μου αγαπημένη,
Τόσο βαθειά εγώ σε αγαπώ:
Κι ακόμα θε' να σ' αγαπώ, ακριβή μου,
Μέχρι να λείψει το θαλασσινό νερό.
Μέχρι που ολότελα οι θάλασσες στερέψουν, ακριβή μου,
Κι οι βράχοι λιώσουν με του ήλιου το λαμπρό το φως:
Κι εγώ θα σ' αγαπώ ακόμα, ακριβή μου,
Ενώ κινούμενη άμμος θα' ναι της ζωή μου η οδός
Να 'σαι καλά μοναδική μου αγαπημένη
Ένα αντίο προσωρινά!
Και θα ξανάρθω, ακριβή μου αγαπημένη.
Έστω κι αν βρίσκομαι δέκα χιλιάδες μίλια μακριά.
(Μτφ.: Χρίστος Γούδης)
Wendy Cope (1945-)
Λουλούδια
Κάποιοι άνδρες δεν το σκέφτονται, λοιπόν.
Εσύ όμως ναι: ερχόσουν κι μού έλεγες ότι σχεδόν
Μου αγόρασες λουλούδια αλλά
Κάτι είχε πάει στραβά.
Το ανθοπωλείο ήταν κλειστό. Ή απλά αμφέβαλες-
Με σκέψεις που το δικό σου, το δικό μου το μυαλό,
Ανακαλύπτουν συνεχώς. Σκέφτηκες κι ανέβαλες,
Πως δεν θα ήθελα τα άνθη σου· φοβάμαι.
Τότε, είχα χαμογελάσει και σε αγκάλιασα, θυμάμαι.
Τώρα μονάχα να χαμογελώ μπορώ.
Αλλά δες, τα λουλούδια που σχεδόν έφερες εδώ
Άντεξαν όλον τούτο τον καιρό.
(Μτφ.: Θοδωρής Ρακόπουλος)
Juan Ramón Jiménez (1881-1958)
Ένα μπουκέτο τριαντάφυλλα
Το στόμα σου φύτεψε
μ’ εκείνο το φιλί στο δικό μου
ένα μπουκέτο τριαντάφυλλα,
κι οι ρίζες τους τρων την καρδιά μου.
Είταν φθινόπωρο. Ο άμετρος ουρανός
άρπαξε με τον ήλιο του
όλο το χρυσάφι –κίονες λάμψεων–
από τη ζωή.
Το καλοκαίρι ήρθε σκληρό·
το μπουκέτο μάδησε,
μα άφησε να σπάσουν στα μάτια μου
δύο μπουμπούκια πόνος.
(Μτφ.: Γιώργος Κεντρωτής)
Αντίστροφη Αφιέρωση (απόσπασμα)
εσένα σ' έχω Δεινόσαυρο από τους πιο εκπληκτικούς
εσένα σ' έχω βότσαλο φρούτο απαλό που τ' ωρίμασε η θάλασσα
σ' ερωτεύω
σε ζηλεύω
σε γιασεμί
σε καλπασμό αλόγου μες στο δάσος το φθινόπωρο
με φοράω νέγρικο προσωπείο για να μας θέλεις εσύ
με κεντρίζεις μεταξένια άσπρο μου κουκούλι
με κοιτάζεις πολύ προσεκτικά
tu m' abysses
tu m' oasis
je te gougouch
je me tombeau bientôt
εσένα σ' έχω δέκα ανθρώπους του Giacometti
σ' έχω κόνδορα καθώς απλώνεσαι πάνω από τις Άνδεις
σ' έχω θάλασσα γύρω τριγύρω από τα νησιά του Πάσχα
εσύ σπλάχνο μου πως με γεννάς
σε μίσχος
σε φόρμιγξ
με φλοισβίζεις
σε ζαργάνα α μ' αρέσει
δυο κροταλίες όρθιοι στρίβουν και ξαναστρίβουν γλιστρώντας ο ένας γύρω
απ' τον άλλο όταν σταματήσουν η περίπτυξή τους είναι το μονό-
γραμμά σου
tu m' es Mallarmé Rimbaud Apollinaire
je te Wellingtonia
je t'ocarina

εγώ σε Τσεπέλοβο Πάπιγκο Ελαφότοπο
εγώ σε Βίκο με τα γιοφύρια του κει που διαβαίνει ο χρόνος
σ' έχω πει και ψέματα για να τους ξεγελάσουμε
εγώ σ' έχω άρωμα έρωτα
σ' έχω μαύρο λιοντάρι
σε ονειροβάτησα μαζί μου ως το γκρεμό
εσέ ασύλληπτο θυμάμαι και τον ύπνο μου χάνω
εσύ μάχες και ένσαρκα άλογα του Uccello
εσύ δωρητής (δεξιά κάτω της εικόνας) εκείνου του μικρού κίτρινου αγριο-
λούλουδου
εσύ κένταυρου ζέση
εσύ συντεχνία ολάκερη που έργα ποιείς διαβαίνοντας εν τη ανωνυμία
je te ouf quelle chaleur
tu m' accèdes partout presque
je te glycine
εσύ φεγγάρι που ένα σύννεφο αναβοσβήνει
εσύ δε βαριέσαι παράτα το το σύμπαν έτσι που το' χουμε αλαζονήσει
και δαύτο πώς να συναντηθούμε ποτέ
εσύ σε τρυφερό λόγο με το λόγο έτσι δεν είναι πες
εσύ σελίδα μου
εσύ μολύβι μου ερμηνευτή μου
σε ανοίγω συρτάρια
πώς γιατί δεν ήρθες τόσες φορές
σε ξεμάκρυνα εγώ λέω τώρα
δίχως τέλος λυπάμαι
σε κρυάδα γνώρισες ποτέ την καρδιά μου
σε μιαν έκπαγλη χρονιά ανταμώσαμε
σε ληστεύω από αλλουνού τα χέρια
σε ακούω από δω από κει
σε σιωπώ μες στην απέραντη τρυφερότητα
σιγά σιγά να καταλαγιάσουμε
όλα δεν τα' χω πει
ΜΕ ΕΚΡΙΖΩΝΕΙΣ
Πηγή: www.athensvoice.gr