Κατά
καιρούς γνωρίζουμε ανθρώπους, μέρη, ζούμε καταστάσεις που μας κάνουν να
νιώθουμε πιο ζωντανοί, που μας μαθαίνουν τον εαυτό μας, που μας στιγματίζουν.
Κι αφήνουμε εκεί μαζί τους ένα κομμάτι μας. Λίγο από τη καρδιά μας που χτυπάει
δυνατά κάθε που οι αναμνήσεις χτυπούν την πόρτα, λίγο από το μυαλό μας που
ταξιδεύει εκεί με την πρώτη ευκαιρία και με κάθε συγκυρία. Ακόμα και λίγο από
το σώμα μας. Γιατί κάποτε περάσαμε πεζοί μέσα από τις ζωές άλλων, κάποτε
περπατήσαμε στους δρόμους της πόλης που αγαπήσαμε. Και το αεράκι φύσηξε και
παρέσυρε κάποια από τα μόρια μας, που πάντα υπάρχουν εκεί και ταξιδεύουν.
Πετούν πάνω από τα μέρη που αγαπήσαμε και κάθονται πάνω στα άτομα που λατρέψαμε
σε έναν αέναο χορό νοσταλγικό και συνάμα έξαλλο.
Τα
μεγαλύτερα κομμάτια μου τα έχω εναποθέσει με στοργή εκεί, στη νύφη του Βορρά.
Στους δρόμους της. Στους ανθρώπους της. Στις στιγμές μου. Στις στιγμές μας.
Μαζί της. Μαζί τους. Κάθε μέρα που περνάει τα μόρια μου συνταράσσονται κάθε που
τρέχω στο μυαλό τους. Κάθε που έρχονται στο δικό μου. Κι έτσι ο χορός μας
συνεχίζεται. Χωρίς κανείς μας να κουράζεται ποτέ. Χωρίς να μειώνει τον ρυθμό
του. Και όποτε ξανασμίγουμε η ζωή μοιάζει με ένα ατέλειωτο πάρτι επανένωσης,
στο οποίο όμως δε φοβάσαι μην σε κρίνουν οι άλλοι, ούτε έχεις ανάγκη να
πλασσάρεις μια ζωή που δε ζεις κι ένα προσωπείο για να εντυπωσιάσεις. Γιατί
αυτή η πόλη, αυτοί οι άνθρωποι, σε ξέρουν καλύτερα από ότι εσύ τον εαυτό σου.
Και βλέπουν κάθε σου πτυχή ατόφια και αυθεντική όπως είναι. Και τους αρέσει.
Και το χαίρονται. Και γλεντάνε μαζί σου χωρίς να ζητάνε τίποτα περισσότερο.
Μόνο εσένα. Κι εσύ αυτούς.
Νόμιζα πως ο πρώτος ο έρωτας, ο μεγάλος,
αυτός για τον οποίο έχουν γραφτεί τόσα μυθιστορήματα και αναρίθμητα ποιήματα,
αυτός που έκανε πολλούς να καρδιοχτυπήσουν δυνατά απλά δεν υπάρχει. Αλλά ήμουν
μικρή ακόμη, κι έκανα λάθος.
Ο έρωτας ο πρώτος, ο μεγάλος, ο δυνατός,
αυτός που θα σε κάνει να μη θέλεις να πλυθείς για να μη φύγει από πάνω σου το
άγγιγμα του, να μη θέλεις να φας γιατί νιώθεις πως το στομάχι σου έχει γίνει
ένας σφιχτοδεμένος κόμπος, υπάρχει.Και τον έζησα.
Και όχι απλώς τον έζησα. Τον έκανα ένα με
το πετσί μου, τον φόρεσα σαν το αγαπημένο μου πουλόβερ που στο τέλος από το
πολύ φόρεμα γέμισε τρύπες και ξεχείλωσε. Τον τράβηξα από τα μαλλιά. Τον είχα
αγαπήσει τον πρώτο μου έρωτα. Κι ύστερα κατάλαβα πως πια αγαπούσα την ιδέα του.
Και πάντα θα την αγαπούσα.
Δε νόμιζα πως είμαι ικανή να αγαπήσω πια.
Ενθουσιαζόμουν με τους συντρόφους μου και τους φρόντιζα, μα ποτέ δε δινόμουν
ολοκληρωτικά. Τους έδινα να φάνε ένα κομμάτι μου κι έπειτα τραβούσα τον μεζέ
και τον έπαιρνα μακριά.
Μα μια μέρα κάτι μέσα μου άλλαξε. Ένιωσα
πράγματα που νόμιζα πως δε θα ένιωθα ποτέ ξανά. Δεν ήταν κάτι που είχα νιώσει
ακριβώς στο παρελθόν. Κάθετι που νιώθεις για κάποιον άνθρωπο, έχει κάτι
ξεχωριστό, όπως και ο άνθρωπος για τον οποίο το νιώθεις. Κι άρχισα να αναθεωρώ
για ακόμη μια φορά.
Μα ακόμα μου ήταν δύσκολο να πω όσα είχα
κλειδώσει μέσα μου. Οι λέξεις ανέβαιναν στο στόμα μου, έφταναν μέχρι τα χείλη
μου και γραπώνονταν εκεί προσπαθώντας να μην βγουν έξω. Και κρατήθηκαν γερά,
σαν κάποιον που κρατιέται από τον βράχο για να μην πέσει στον γκρεμό από κάτω.
Οι πράξεις λίγες· ίσως καλές, αλλά λίγες
μπροστά σε εκείνες που θα ήθελα. Μπροστά σε εκείνες που μπλόκαρα. Που ήθελα να
κάνω, αλλά δεν έκανα. Ποτέ δε θα μάθεις τι φταίει. Ίσως ούτε κι εγώ. Δεν είμαι
κακός άνθρωπος. Δεν το πιστεύω αυτό. Είμαι απλώς φοβισμένη, τρομοκρατημένη. Και
φταίω. Σαφώς και φταίω. Φταίω που σε σκέφτομαι και γράφω και νιώθω την
ταχυκαρδία στο στήθος μου, όπως θα ένιωθε μια πόρτα αν τη χτυπούσε κάποιος
φορώντας σιδερογροθιά. Φταίω που αφήνω αυτούς που με μεγάλωσαν να ρουφάνε από
μέσα μου τη ζωή που θέλω να ζήσω και να με αφήνουν με μερικά απομεινάρια, να
τρέφω αυταπάτες πως ζω έστω κάτι από αυτά που θα ήθελα να ζήσω.
Όταν μεγαλώνεις με περιορισμούς, θέλεις
συνεχώς να απαλλαχθείς από αυτούς. Αλλά έχεις μάθει να ζεις με αυτούς που
σχεδόν τους έχεις ανάγκη πια. Δεν σου είναι τόσο εύκολο να τους πετάξεις από
πάνω σου. Γίνεσαι ένας ψευτοεπαναστάτης, που βρίσκει πάντα έναν λόγο να
γκρινιάξει και βλέπει πάντα την αρνητική πλευρά των πραγμάτων. Που συνεχώς
φωνάζει και ωρύεται και είναι πάντα έτοιμος να τα παρατήσει όλα και να κάνει
την επανάστασή του, αλλά ποτέ δεν την κάνει· μένει πάντα στα λόγια.
Και μέσα από περιορισμούς και έλλειψη
υποστήριξης και εμφανούς αγάπης, νιώθεις πως δεν μπορείς να ζήσεις τίποτα που
να σε κάνει ευτυχισμένο. Κι έτσι όταν η ευτυχία έφτασε στα πόδια μου, την
έδιωξα για ακόμη μια φορά. Έφυγα από εσένα. Σε άφησα πίσω μη λογαριάζοντας την
ιδιαίτερη σχέση μας. Μην αφήνοντας το παραμύθι μας να ζήσει.
Και κάπως έτσι κατέληξα πως προκαλώ πόνο σε
ό, τι αγαπώ και το διώχνω μακριά. Ίσως για να μην του προκαλέσω
περισσότερο πόνο στο μέλλον ή ίσως γιατί βαθιά μέσα μου δε θέλω να είμαι
ευτυχισμένη, γιατί δεν έχω μάθει έτσι. Κατέληξα πως δεν είμαι καλοκαίρι, αλλά
το θλιβερό φθινόπωρο, που προϋπαντεί τον χειμώνα.
Κι έτσι κρατάω τη θλίψη μου σφιχτά και
ενίοτε την ανάγω στον υπερθετικό της. Τουλάχιστον έτσι ξέρω πως μένω εγώ και
αυτή μονάχα. Αυτή είναι η μεγαλύτερη σχέση που έχω. Η γκόμενά μου. Και πρέπει
να δουλέψω τη σχέση μου μαζί της, να βρω το θάρρος να τη χωρίσω, να τη διώξω
μακριά μου, για να μπορέσω να δώσω στον εαυτό μου την ευκαιρία να κάνει μια
υγιή και επιτυχημένη σχέση. Ως τότε, απλώς θα τρέφω αυταπάτες πως μπορώ. Ως
τότε απλώς θα πληγώνω τον εαυτό μου και όσους προσπαθούν να με προσεγγίσουν και
να με κάνουν ευτυχισμένη.
Μα ακόμα και αν δουλέψω αυτή τη σχέση,
ακόμα και αν γνωρίσω κάποιον στο μέλλον. Κανείς δεν θα έχει όσα είχες εσύ.
Κανείς δε θα μου δώσει όσα μου έδωσες κι εγώ δε θα μπορέσω να του δώσω όσα
έδωσα σε εσένα.
Το μόνο που ξέρω όπως και να ‘χει είναι πως
όσο δουλεύω μαζί της, θα συνεχίσω να γράφω.
Θα γράφω για 'σένα, γραπτά που ποτέ δε θα
δεις. Κι ακόμα κι όταν οι σκέψεις μου δε θα είναι πια τόσο πρωτότυπες μετά από
κάποιο καιρό, εγώ θα συνεχίσω να γράφω και θα συνεχίσω να σκέφτομαι στιχάκια
και διάσπαρτες λεξούλες που ντύνουν όσα γυρνάνε μέσα στο μυαλό μου για εσένα.
Γιατί εσύ ήσουν ο φάρος μου, που με οδήγησε
μέσα από θύελλες, αλλά δεν ήθελα να θαμπώσω το φως σου παρασύροντάς το μέσα στη
μεγαλύτερη θύελλα- αυτή του μυαλού μου.
Εσύ, που δεν μοιάζεις με κανέναν. Γιατί κανείς άλλος δε κατάφερε ποτέ ως τώρα να με κάνει να νιώσω αυτό που ένιωθα για εσένα.
Κανείς δε κατάφερε, ούτε καν να επισκιάσει τον χώρο που καταλαμβάνεις στο μυαλό μου και στη καρδιά μου. Είναι δικός σου και θα είναι για πάντα. Γιατί ήσουν εσύ αυτός που ερωτεύτηκα τόσο έντονα, που πλέον αμφιβάλλω, αν υπάρχουν αλλού τόσος έρωτας και τόση αγάπη μαζεμένα.
Μου έκλεψες το πρώτο μου φιλί, πίσω από το ιερό της εκκλησίας. Ακόμα το θυμάμαι.
Έχω μοιράσει πολλά φιλιά από τότε. Αλλά εκείνο το φιλί ήταν το κάτι άλλο. Ήταν κάτι που δε ξεχνιέται. Ένα φιλί όλο ένταση και χημεία. Ένα φιλί με γεύση έρωτα.
Με αρρώστησε. Τα πάντα γυρνούσαν γύρω μου, το στομάχι μου είχε γίνει κόμπος, νόμιζα πως θα πέσω κάτω.
Και έπεσα. Ομολογώ πως απέφευγα να φάω οτιδήποτε ή να πλυθώ εκείνη την ημέρα. Δεν ήθελα να χάσω τη γεύση σου, ούτε την αίσθησή σου. Ήθελα να κρατήσω αυτό το φιλί πάνω μου για πάντα.
Δεν είναι, όμως, μόνο εκείνο το φιλί -κι όσα ακολούθησαν- που δεν αλλάζω και δε συγκρίνω με κανένα, αλλά και ο έρωτας μαζί σου. Τότε που σου δόθηκα και μου δόθηκες. Που ενώθηκα μαζί σου και ένιωσα πιο πλήρης από ποτέ.
Ήταν τόσο όμορφο και φυσικό. Σα να ήταν προετοιμασμένο το σώμα μου για ‘σένα. Με άγγιζες και ριγούσα. Ενεργοποιούσες με μιας όλες μου τις αισθήσεις και με έκανες ολοένα και περισσότερο δική σου. Ζούσα μαζί σου το απόλυτο.
Όταν έλειπες, πονούσα. Ένιωθα την έλλειψη τόσο έντονη, που ήθελα να αρπάξω το τρένο από τη Θεσσαλονίκη και να έρθω στην Αθήνα. Αλλά τα χιλιόμετρα ήταν πολλά και αναγκαστικά έπρεπε να σε στερηθώ.
Όμως, κάποτε σε έδιωξα. Γιατί δε σε αγαπούσα μόνο εγώ πολύ, με αγαπούσες κι εσύ. Και κάποιες φορές η πολλή αγάπη, οδηγεί σε ακραίες συμπεριφορές.
Είχες αγκιστρωθεί πάνω μου πια. Είχαμε χάσει την ανεμελιά μας. Η ζήλια σου είχε αρχίσει να γίνεται παθολογική. Δεν μπορούσα να φοβάμαι για τη σωματική σου ακεραιότητα, κάθε φορά που τσακωνόμασταν.
Όταν εκείνη την ημέρα, πήγες να πηδήξεις από το μπαλκόνι, πέθανα χίλιες φορές μέσα μου, σκεπτόμενη τη συνέχεια. Και επειδή ακόμα σε αγαπούσα και ήθελα να διατηρήσω αυτή την όμορφη εικόνα στο μυαλό μου, σε έδιωξα.
Φέρθηκα σκληρά και ίσως εγωιστικά.
Όλος μου ο κόσμος γκρεμίστηκε. Ξέρω, το ίδιο και ο δικός σου. Πάνε τα σχέδια για κοινή ζωή, παιδιά, σκυλιά και πολύ έρωτα. Έμεινε, όμως, αυτός ο έρωτας μέσα μου.
Το ομολογώ τώρα, κανείς δε με άγγιξε ποτέ όπως εσύ.
Κανείς δεν άγγιξε τη ψυχή μου, το μυαλό μου, την καρδιά μου, το σώμα μου, όπως το έκανες εσύ. Και το βλέπω πολύ δύσκολο να το καταφέρει κάποιος. Κατέστρεψες κάποιους άντρες, που έτυχε να με αγαπήσουν, πολύ ή λίγο. Ακούνε το όνομά σου και βρίζουν.
Το ίδιο και η γυναίκα σου, απ’ ότι ακούω. Ακούει το όνομά μου και παθαίνει αναφυλαξία.
Κάθε που υποπτεύεται πως περνάω από το μυαλό σου, σου λέει πως δε σ’αγαπάει πια και σε χωρίζει. Μέχρι να θυμηθεί το αγγελούδι σας και να ξεχάσει εμένα και πάλι από την αρχή.
Εσύ έφτιαξες τη ζωή σου, αγάπη μου.
Προχώρησες και δηλώνεις περίτρανα παντρεμένος και δυστυχισμένος. Νόμιζες θα βρεις λύτρωση και παρηγοριά σε αυτόν τον γάμο. Κανένας, όμως, δε θα με σβήσει από μέσα σου και το ξέρεις. Εμείς σε αυτόν τον κόσμο, ανήκουμε ο ένας στον άλλο και ας βρισκόμαστε αλλού. Η σκέψη του ενός πάντα θα τρέχει, έστω και για λίγο, έστω και λιγότερο συχνά στον άλλο. Πάντα θα θυμάσαι και πάντα θα θυμάμαι, το ρίγος και το ανακάτεμα που μας έκανε ξεχωριστούς.
Δε με θλίβει, όμως, που δε σε έχω στη ζωή μου πια. Δε με επηρεάζει τόσο. Για μια ακόμα φορά θα μιλήσω εγωιστικά, αλλά μου φτάνει που κατάφερα να κρατήσω αυτή την καλή εικόνα, μέσα στα χρόνια. Ατόφια και ανεξίτηλη.
Τα άσχημα δε θέλω να τα σκέφτομαι. Γιατί μου έδωσες το προτέρημα να λέω πως στη ζωή μου έζησα τον αληθινό έρωτα και την πραγματική αγάπη και να με ζηλεύουν εκείνοι που βλέπουν το βλέμμα μου όταν το λέω.
Ζηλεύουν γιατί καταλαβαίνουν, ότι δεν αξιώθηκαν ακόμα να ζήσουν το απόλυτο και είναι βουτηγμένοι στα νερόβραστα.
Σε ευχαριστώ πολύ, λοιπόν, που μου 'μαθες τον έρωτα. Και ας μου τον πήρες όλο εσύ και νιώθω πως πια δεν έχω να δώσω άλλον.
Και κάτι ακόμα.
Θυμάσαι που ακούγαμε Μαχαιρίτσα και λέγαμε πως μαζί θα πεθάνουμε εμείς, ξαπλωμένοι σε ένα κρεβάτι, σαν τον «Μ’ αγαπάς» και την «Σ’ αγαπώ», φυσώντας ο ένας την πνοή του στο στόμα του άλλου;
Την επόμενη μέρα πήγες και τύπωσες μπλούζες. Απόψε λοιπόν, κοιμάμαι και σε φοράω «Σ’ αγαπώ μου»!
Το χέρι του ήταν βρώμικο Είχε μια ώρα που χάιδευε το αλουμίνιο Μπρος-πίσω, μπρος-πίσω Στεκόταν μόνος του Εκεί Στο ξέφωτο Λίγα μέτρα από το σπίτι του Τους κοιτούσε όλους μέσα που μιλούσαν Μπορούσε να νιώσει την ένταση από εκεί που στεκόταν Και στην άλλη άκρη του κόσμου να ήταν Θα μπορούσε να την νιώσει Είχε μάθει να ζει με αυτήν Είχε διεισδύσει σε κάθε στιγμή του Ήταν παντού στη ζωή του Δε μπορούσε να φύγει μακριά της Να δραπετεύσει Δεν μπορούσε και να’ θελε Ένιωθε να μην έχει επιλογή Ένιωθε δειλός Συχνά παραιτημένος Όποτε εύρισκε προφάσεις και τρόπο, έφευγε Αλλά ποτέ δεν του ήταν αρκετό το «για λίγο» Και ποτέ δεν τολμούσε το «πολύ» Έλυσε τα φρένα Ήταν απότομος ο κατήφορος Το αμαξίδιο τσούλησε γρήγορα Ένιωθε τον αέρα στο πρόσωπό του Τον ήλιο στο δέρμα του Την ελευθερία στην καρδιά του Μπροστά έβλεπε μόνο τη θάλασσα Σύντομα ακούστηκε ο ήχος ενός αντικειμένου όταν πέφτει στο νερό Κι εκείνος ένιωσε πιο ανακουφισμένος και πιο ελεύθερος από ποτέ Έγινε ένα με το νερό Το αμαξίδιο τον τράβηξε κάτω «Επιτέλους, τόλμησα το πολύ μου» ψέλισσε καθώς βυθιζόταν «Επιτέλους είμαι ελεύθερος»
Θαυμάζω τη
νιότη. Τι πιο όμορφο από αυτήν; Στους ανθρώπους, στα ζώα, στη φύση. Η νιότη
είναι φρέσκια, δυναμική, γεμάτη ενέργεια. Λάμπει η νιότη, δε κουράζεται ποτέ,
είναι αστείρευτη πηγή έμπνευσης και ευρηματικότητας. Είναι ολιγαρκής· μπορεί με
δέκα ευρώ να σε κάνει τον γύρο του κόσμου. Να
παίρνεις ένα σακίδιο και να μη ξέρεις που θα βρεθείς. Να γελάς με πράγματα
μικρά και χαζά, να μη σκέφτεσαι τόσο και να μην υπεραναλύεις τα πάντα πριν
κάνεις το οτιδήποτε.
Αυθορμητισμός, τσαγανό, μαγκιά, έλλειψη φόβου,
χαρά, διασκέδαση, καλή παρέα, ταξίδια, παιδικότητα, μερική ανευθυνότητα,
αθωότητα που χάνεται πίσω από τα αμέτρητα ξενύχτια με ξύδια, χορό, γαμήσια.
Γαμήσια που όσο γράφει το κοντέρ, τόσο μειώνονται, τόσο γίνονται ευθύνη αντί
για ευχαρίστηση, τόσο αφήνουν πίσω την καύλα και βάζουν στόχο τα μωρά.
Μα εγώ δε θέλω να χάσω αυτή τη καύλα.
Τη καύλα που νιώθω όταν έρχομαι σε επαφή με ένα σώμα που με αγγίζει και με
ηλεκτρίζει, τη καύλα που νιώθω όταν ο αέρας μου κάνει τζίβες τα μαλλιά, όταν
βγάζω το κεφάλι έξω από το παράθυρο καθώς το αυτοκίνητο τρέχει με 160 στην
Εθνική. Την καύλα που με κάνει να ζω.
Δε θέλω να
γεράσω ποτέ.
Γιατί ο
αυθορμητισμός και η παιδικότητά μου είναι τα στοιχεία που μου αρέσουν
περισσότερο στον εαυτό μου. Χωρίς αυτά θα νιώθω ένα κουφάρι που ζει για να
δουλεύει και να πληρώνει λογαριασμούς. Που
ζει για να έχει τα πάντα σε μια τάξη. Το σπίτι, τη δουλειά, τον άντρα, τα
παιδιά, τα σκυλιά και τα γατιά, τη πάπια τον Γρηγόρη και το παπαγαλάκι τον
Σταμάτη.
Γρήγορα θέλω
να πηγαίνει η ζωή. Να μη σταματήσει ποτέ. Και σε όσους λένε πως κάθε ηλικία
έχει τη γλύκα της, δε θα διαφωνήσω. Μα εγώ θέλω αυτή τη γλύκα που έχει να κάνει
με εμένα. Με τα ταξίδια μου, με τη δημιουργικότητά μου, με το σφριγηλό μου
πρόσωπο και τις αντοχές μεγατόνων που με βοηθούν να μένω ξύπνια και σε
εγρήγορση για ώρες. Όσο εγωιστικό και αν ακούγεται· ποιος άλλωστε δεν αγαπά τον
εαυτό του; Όλοι τον αγαπάμε, απλά λίγοι ξέρουμε πόσο και ακόμα πιο λίγοι
ξέρουμε κατά ποιόν τρόπο.
Εκτός όμως
του εαυτού μας, ποιος αλήθεια, δεν αγαπάει τη νιότη; Μη χάνεστε όμως στη
μετάφραση· όσα bottox και όσες πλαστικές και
αν κάνουμε η νιότη ζει μέσα μας, σε ένα μικρό κομμάτι της καρδιάς και του
μυαλού μας. Στη
τρέλα που κουβαλάμε και στην όρεξή μας για ζωή. Αν γεννήθηκες γέρος και βαριέσαι να κουνηθείς να πας μέχρι τη γωνία,
σαφώς δε θα καταλάβεις ποτέ τι ακριβώς είναι τα νιάτα. Δε θα μπορέσεις ποτέ
να κάνεις σωστό διαχωρισμό τους από τα γηρατειά.
Τα γηρατειά-
που είναι και ο μεγάλος μου φόβος- δεν είναι οι ρυτίδες, το πλαδαρό σώμα, τα
πεσμένα βυζιά και τα αρθριτικά. Εγώ έχω
ρυτίδες, έχω και άσπρες τρίχες. Δε με κάνουν όμως γριά. Είμαι στο άνθος της
τρέλας μου και πάνω σε αυτή τη τρέλα θα το ξαναπώ: Δε θέλω να γεράσω ποτέ. Τα
γηρατειά, εκτός της «σοφίας» και της «στερνής μου γνώσης» θα μου πάρουν τον
εαυτό μου μακριά, θα με αλλάξουν, θα με ρουφήξουν.
Μα εγώ το
θέλω το χαμόγελό μου. Δε θέλω να γίνω
από εκείνες που ξυπνούν για να μαγειρέψουν και να πλέξουν ζιπουνάκια για τα
εγγόνια τους. Θέλω να είμαι εκείνη, που μέχρι όσο με αντέχουν τα πόδια μου-
μόνη μου ή με τον σύντροφό μου- θα παίρνουμε τον κώλο μας και θα γνωρίζουμε
πράγματα και μέρη που δε ξέρουμε. Θα βγαίνουμε από το σπίτι τα μεσάνυχτα, θα
βουτάμε ενστικτωδώς στα παγωμένα νερά της θάλασσας, μήνα Δεκέμβρη, χωρίς να
φοβόμαστε μη μείνουμε στον τόπο από ανακοπή και θα καταλήγουμε να τρώμε πατσά
για να στυλωθούμε, πριν γυρίσουμε σπίτι μας για να κάνουμε έρωτα από καύλα και
όχι από υποχρέωση.
Όμως θα γεράσω. Ας είναι τουλάχιστον
στο σώμα μόνο. Ας
μείνει το μυαλό μου για πάντα νέο και τρελιάρικο, να με ταξιδεύει στους
ωκεανούς που δε πρόλαβα να δω, να με πετάει πάνω από τις πέντε ηπείρους και να
μου δείχνει όλα όσα δε πρόλαβα να ζήσω. Γιατί αν φτάσω στο σημείο να μην είμαι
ανεξάρτητη, αν το γήρας με καθηλώσει σε ένα κρεβάτι και κάνει τα παιδιά μου
νοσοκόμους μου, ο μεγαλύτερός μου φόβος θα είναι πια μπροστά μου. Θα τρέφετε
από εμένα. Θα με τρώει. Θα με κατασπαράζει.
Δε θέλω να γεράσω ποτέ. Γι’ αυτό
εφοδιάζω το νου μου με όση νιότη μπορεί να αντέξει. Όσο για το σώμα… έχω κανονίσει
να φανεί σαν ατύχημα!
Δε γεννήθηκε καλοκαίρι, μα έφερε το καλοκαίρι στη ζωή μου. Το παιδί μου, το καμάρι μου, το ομορφότερο παιδί του κόσμου.
Είχαμε προγραμματίσει ραντεβού με τον γυναικολόγο για την γέννα και ήμασταν στην ώρα μας, αλλά χρειάστηκε να περιμένει λίγο γιατί ένα άλλο παιδάκι βιαζόταν περισσότερο να βγει.
Όταν την αντίκρισα για πρώτη φορά, ένα τσουνάμι γλύκας ξεχύθηκε από τα μάτια της, που με πλημμύρισε με αγάπη. Δάκρυσα ασυναίσθητα και δε μπορούσα να σταματήσω με τίποτα.
Μου την έδωσαν να την κρατήσω και όταν το απαλό της δερματάκι με ακούμπησε, ένιωσα τέτοιο δέος για το μικρό θαύμα που κρατούσα μέσα στην αγκαλιά μου.
Έμοιαζε τόσο εύθραυστη, αλλά δεν ήταν. Ήταν ένα μικρό αγγελούδι, που είχε όμως και λίγο ζαβολιά μέσα της, καθώς κάθε που έκλεινα τα μάτια μου εκείνη άρχιζε να κλαίει γοερά.
Πεινούσετο μωρό μουκαι το μητρικό γάλα δεν της έφτανε. Αυτό ήταν.
Επιστρέψαμε στο σπίτι μας πανευτυχείς και δε την έχανα λεπτό από τα μάτια μου. Το άρωμα της ήταν το καλύτερο του κόσμου. Κανένα άλλο παιδί δε μύριζε τόσο όμορφα.
Τα μαλλάκια της που ήταν τόσο απαλά και μεταξένια έμπλεκαν μικροσκοπικές μπουκλίτσες πάνω στο μαλακό ευαίσθητο κεφαλάκι της και άρχισαν πολύ γρήγορα να μακραίνουν.
Μπορεί να μην είναι δικό μου παιδί, αλλά κατέχει ένα μεγάλο μου κομμάτι. Γι’ αυτόν τον λόγο αποφάσισα να γίνω κατά κάποιον τρόπο μητέρα της. Δε μου έφτανε να είμαι απλά θεία της.
Μερικούς μήνες μετά έγινα πνευματική της μητέρα ξορκίζοντας κάθε κακό από πάνω της. Είχα την τιμή να της δώσω το υπέροχο ονοματάκι της και να υποσχεθώ να την προστατεύω και να πορεύομαι πλάι της, να είμαι εκεί όποτε με χρειάζεται.
Όταν με κοιτάζει με αυτά τα ματάκια, τα γεμάτα όνειρα και χαμόγελο και φωνάζει όλο χαρά «νονούλα» τρελαίνομαι από τη χαρά μου. Ακόμα και όταν γκρινιάζει και γίνεται δύστροπη, ακόμα και όταν χτυπιέται κάτω για να περάσει το δικό της, εγώ λιώνω.
Όταν έρχεται και με αγκαλιάζει στο άσχετο, νιώθω πάλι εκείνη την πλημμύρα αγάπης που ένιωσα όταν την πρωτοπήρα αγκαλιά. Θέλω να είναι πάντα καλά και να μην την πειράξει κανείς. Αν τολμήσει κάποιος να την πειράξει, θα έχει να κάνει μαζί μου, κι εγώ όταν τα παίρνω βγάζω κάτι νύχια γαμψά σαν του αετού.
Αυτό το παιδί είναι και δικό μου παιδί, ό,τι και να λέτε. Είναι ο λόγος που ξυπνάω τα πρωινά, και το χαμόγελο της μπορεί να μου φτιάξει την ημέρα ό,τι και αν έχει γίνει, ακόμα κι αν ο κόσμος γύρω μου καταστρέφεται.
Θα την κρατάω πάντα ασφαλή και θα της μαθαίνω πράγματα. Όπως της έμαθα να τρώει ψάρι και αυγό ή να πλατσουρίζει τα ποδαράκια της στη θάλασσα για να έρθει κοντά μου. Όπως της έμαθα να ζωγραφίζει μένοντας μέσα στις γραμμές και τα πάει περίφημα.
Θα είμαι εκεί να την συμβουλεύω όταν θα ερωτευτεί και να την παρηγορώ όταν τσακωθεί με κάποια φίλη της. Θα είμαι εκεί όταν θα χαίρεται και όταν θα λυπάται, γιατί αυτή έφερε το καλοκαίρι στη ζωή μου και το κράτησε εκεί.
Ήρθε και έφερε το γέλιο, την αγάπη, τις αγκαλιές της και κόλλησε έναν μόνιμο ήλιο στον γκρίζο ουρανό της ζωής μου.
Κι αν θέλω να της πω δυο λόγια είναι αυτά: «Σε ευχαριστώ καλοκαιράκι μου που ήρθες και έδωσες γεύση και νόημα στη ζωή μου. Σε ευχαριστώ που είσαι αυτή που είσαι και στολίζεις τις μέρες μου. Σε αγαπώ πολύ». Όλα τα άλλα τα ξέρει.
Κάθε άνθρωπος είναι μοναδικός. Δε θα μπορούσαν λοιπόν να μην υπάρχουν και μοναδικές φωτογραφίες του ανθρώπινου είδους. Φωτογραφίες που σε κάνουν να προβληματιστείς, να δεις τις αντιθέσεις και τις αντιφάσεις, να νιώσεις ευγνώμων για όσα έχεις και να ευχηθείς για αυτούς που δεν το έχουν. Να νιώσεις άνθρωπος και όχι απάνθρωπος.
1. Ένα παιδί προσφέρει στην ανάπηρη μητέρα του φαγητό
2. Το παιδί προσπαθεί να σηκώσει τον αλκοολικό πατέρα του
3. Μάνα και κόρη με τα ίδια ασυνήθιστα χρώματα στα μάτια
4. Ένας φτωχός αγρότης και ο μορφωμένος γιος του
5. Ένας μοναχός και ο αδερφός του
6. Ένα κορίτσι από την φυλή Hamer στην Αιθιοπία
7. Ένα κορίτσι της Μαδαγασκάρης ανάμεσα σε δέντρα Baobab
8. Η ώρα του τσαγιού στη χερσόνησο Yamal
9. Μια 18χρονη IDF στρατιώτης σε πλήρη εξάρτηση
10. Μια αγρότισσα ρυζιού στο Βιετνάμ
11. Ένας 7χρονος Σύριος επαναστάτης
12. Μητέρα και γιος με πανέμορφα μάτια
13. Ένα Παλαιστίνιο οπλισμένο κορίτσι ανάμεσα στους μαχητές
14. Μια Κινέζα ανθρακωρύχος
15. 13χρονος κυνηγός αετών στη Μογγολία
16. Ένα ζευγάρι στην Αϊόβα παντρεύεται μετά από 72 χρόνια που είναι μαζί
17. Ένα αγόρι από τη φυλή Suri στην Αιθιοπία
18. Επιβάτες λεωφορείου προσπαθούν να σώσουν μια κοπέλα που έκανε απόπειρα αυτοκτονίας
19. Οικογενειακό γεύμα στη Σιβηρία
20. Ένα νεογέννητο μωρό 3 εβδομάδων με αλμπινισμό κοιμάται ευτυχισμένο με τον ξάδερφό του
21. Τυφλά αγόρια με αλμπινισμό
22. Κορίτσι που επιβίωσε 11 ημέρες μόνο του σε Σιβηρικό δάσος
23. Μητέρα με την 3 ετών κόρη της. Και οι δυο δέχθηκαν επίθεση από τον σύζυγο/πατέρα
24. Ένα κορίτσι Yezidi κουβαλάει ένα τουφέκι για να προστατεύσει την οικογένειά της από τον ISIL
25. Μαθητευόμενη γκέισα στο Κιότο
26. Ένα αγόρι σώζει την αδελφή του από συριακά μπάζα
27. "I'm fed up to the ears with old men dreaming up wars for young men to die in."